ΑΒΟΛΕΥΤΗ ΣΙΩΠΗ















Γιαγιάδες προγόνισσες
σφαγμένες, κλεμμένες, διωγμένες
στέρφες κι άκληρες
βασίλισσες του τίποτα
ιχνηλατούν την αδειοσύνη
που ανατροφή και μεγαλείο
ψυχικό ονομάζουν
δυστυχισμένες κι όμορφες
με τα ψέματα λιβάνια
το ανεκπλήρωτο πάστρα
τις απορίες στατηγηλίκι
με στρατούς από άβουλους λεβέντες 
γιούς τσάμπα μάγκες 
και κόρες σαν τα νερά τα κρύα
λυπημένες κι ωχρές να σωπαίνουν
ή ξαναμμένες μέδουσες
να λυσσοκοπούν στα σοκάκια και τ' απόνερα 
οικογενειακών κειμηλίων
με θηλιές στους λαιμούς
αχνάρια πέτρινα σκάβουν
στην ίδια τη πέτρα να πατήσουν
αιώνες πιάνουν στασίδι
πρώτα στα σκοτεινά και τις σιωπές
μετά μες στις πλημμύρες
με την αδικία στην πλάτη
φορτίο πολύτιμο
θάλασσες στα μάτια
ερωτηματικά και προσευχές
απλωμένα παντού
λεωφόρους ψυχανεμίζονται
μα πέρασμα δε βρίσκουν
άλλη πέτρα να πατήσουν
προτού το ποτάμι φουσκώσει
επιμένουν εκεί στα γλιτσερά τους χνάρια
κι ύστερα βουλιάζουν στις οχτες

με τα πόδια κομμένα
τύχη κακή να βλαστημά
πάγος και μετά φωτιά
αβόλευτη σιωπή βαθιά
πόνοι γέννας σε σάπια σωθικά
                                               Ρ.Κ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

σχολιάστε...