Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

ΛΕΥΤΕΡΙΑ
















Έφτιαξε από πόνο φιρμάνια
και κανονισμούς δικούς της,
σαν αράχνη δολοφόνος χαιρόταν
να παρακολουθεί τα θύματά της 
νασφυκτιούν σε θανατερά
αγκαλιάσματα,
τους σαλτιμπάγκους της σε ένα
παπούτσι να μοχθούν να σταθούν
ορθοί,
ενώ οι μαϊμούδες σκορπούσαν
τσιτωμένα γελάκια στο πέρασμά της,
ανήσυχες για το τι τις περιμένει
παρακάτω, όσο εκείνη,
η βασίλισσα των συμφορών τους,
απολάμβανε τα έργα της κι εμείς
οι άλλοι, βουρκωμένοι
παρακολουθούσαμε με θλίψης πλερέζα
τα γινόμενα κι απέλπιδες την κοιτάζαμε
να λιμάρει τα δόντια
σε αγίνωτους καρπούς,
που με ηδονή καταβρόχθιζε και
να επιθεωρεί πενήντα χρόνια τώρα τις
κρεμάλες της, νάναι τα σχοινιά τους
μέσα στο λάιφ στάιλ κι οι μέρες
να μετατρέπονται σε κάτεργα,
με τους δεσμώτες να προαυλίζονται
στις ασύνειδες σκοτεινιές της, στα 
θηριώδη ερέβη της ντυμένοι το αίμα
θυμάτων, ένοχοι τρις!

                                                            Ρ.Κ.

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

ΠΡΟΣΠΟΙΗΣΗ















Σε πήρε ο κόσμος, μπήκες στον θίασο,
τα πρώτα σου σκάρωσες βήματα
μ' ευκολία περισσή,
πόζες, χειρονομίες, μισόλογα
σ' έφτιαχναν αποδεκτή και όμοια,
φώλιασες στην απομίμηση,
προσποιήθηκες κρυμμένη
κι όταν ζήτησαν και το παραμέσα,
δίχως σκέψη καμμιά πούλησες.

                                         Ρ.Κ.

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΛΑΔΙ ΕΙΡΗΝΗΣ















Καλοσύνη καταφύγιο
καλοσύνη φάντασμα,
σεσημασμένος παγαμπόντης
πενήντα χρόνια την μεγάλωνε
με νανουρίσματα θολά
σε κούνιες που την κούναγαν
και φίδια που την έζωναν,
ένα ναυάγιο καλοσύνη,
μοχθηρή και σκληρή,
ζωή ζητούσε, κρυμμένη
στα σκοτεινά ασύνειδα
ζούσε και μακροημέρευε
στήνοντας παγίδες
διφορούμενες και μ' όλων
το μέρος, ενώ το μερτικό της
το ιερό, το γεννησίμιο της
ολοένα λιγόστευε κι εκλιπαρούσε
φτωχό κι αδύναμο για ένα
κλαδί ειρήνης και μια ουγγιά
αγαθής προαίρεσης, να πάψει
ο πόλεμος, ν' απλωθεί η καρδιά.

                                                Ρ.Κ.


Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

ΤΟΘΡΕΨΑ

Με βαρέθηκα τα ίδια και τα ίδια
έρωτα έχω με τις παλιατζούρες
και σκέτος Σέρλοκ Χολμς στο δράμα,
πού θ' ανακαλύψω να κλαψουρίσω,
ενώ αυτό που περίμεναν από μένα
τόθρεψα χρόνια, μέχρι που
θέριεψε και με κατάπιε.

                                             Ρ.Κ.

Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

ΚΑΒΑΤΖΑ

Είναι στην σκοτεινή την κόχη
στην γωνιά σου τη βαθιά
φυλαγμένο κομμάτι ζύμη ψωμί 
-μοσχομύριζε στα νιάτα του
κι ανάδιδε σπιτίσια γερή μυρωδιά-
φυλαγμένο στου αγέρα την αγκαλιά
να αφήνει την υγρασία του,
στο ντουλάπι σου, κόρη οφθαλμού,
πολύτιμο, νάχεις τώρα να πορεύεσαι,
που τα στάχυα δεν φυτρώνουν,
που η έλλειψη εγκαθιδρύεται,
οι σοδειές σωσμένες και
τα αφυδατωμένα ψιχουλάκια σου
σε δεξιώνονται σε άδειο σπίτι
κι έρημο τραπέζι.

                                         Ρ.Κ.


ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ

Μόνος σου κάνεις παιχνίδι
φωλιάζοντας όλο και βαθύτερα
την ανθρωπιά σου,
μη κι απρόσεχτα, 
με τον λύκο το θεριό σου
κάνει κολεγιές και κουμπαριλίκια
κι η ζωή ξοδευτεί
αδικαίωτη κι άκαρπη
μέσα σε μαύρα και παντέρημα κλάματα.

                                            Ρ.Κ.

Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

ΕΠ' ΑΟΡΙΣΤΟΝ

Νόμιζε τέλειωσε
με τ' ανασκαμμένα χώματα,
δειλά άνοιγε φούχτες για καιρό
να πέσουν οι σπόροι,
να δει νέα ζωή,
να ξεχάσει και να την ξεχάσουν,
τα πικρά και τα δύσοσμα
άνθη να σκεπάσουν,
δρόμοι νέοι σε γαίες της επαγγελίας
να την φτάσουν.

Άνεμοι σβούρισαν τα χώματα,
ξεσκέπασαν του πόνου τα χνάρια
οι πληγές ξαναμάτωσαν,
το τέλος αναβλήθηκε επ' αόριστον.

                                      Ρ.Κ

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

ΧΑΡΑ ΜΑΓΚΟΥΦΑ

Υπερόπτες ανόητοι, μηρυκάζουν
χαρά εγωίστρια και μαγκούφα,
ψευδεπίγραφη και βαρετή,
προσέχουν μην την στεναχωρέσουν
με ολίγη αλήθεια, λατρεύουν το
ασήμαντο γιατί δεν τους ανησυχεί,
τρέχουν στα σκονάκια τους να βρουν
ταπαράλλαχτα λόγια, που τα συλλαβίζουν
σαν ξόρκια, να διώχνουν τους λύκους
τους κακούς και τις μαύρες μάγισσες
που χαλνούν τα ψέματά τους, ενώ
αγαπούν με πάθος τα φωτογραφικά
ενσταντανέ και τις πόζες που
ασύστολα ψευδορκούν.

                                           Ρ.Κ.

Ο ΠΑΠΠΟΥΣ

Ο παππούς ήταν αγόρι, έκανε ζαβολιές,
έλεγε ψέματα άκακα κι εκνευριστικά,
σιγανοκοιμόταν στις καρέκλες, είχε
αφήσει πίσω του βίο δύσκολο που δεν
διηγήθηκε ποτέ, ξεχάστηκε σαν τα παιδιά,
βρίσκοντας τη γλύκα της ζωής του στο
ανεβασμένο του ζάχαρο, που τον ανέβασε
πραγματικά ως τον ουρανό, αφού έτσι
χάθηκε πάνω στο ξημέρωνε μιας μέρας
ανοιξιάτικης και κουβέντες μαζί του δεν
είχα, απροσπέλαστος με γυναικεία χέρια,
ασημένια κυματιστά μαλλιά και μάτια
είχε όλη τη θάλασσα, ρηχή και βαθιά,
πρωινή και βραδιάτικη, όλο το μπλε
σιωπηλό, ανεξερεύνητο, ολομόναχο,
ήσυχο, αργοκίνητο και σχεδόν απαθές,
λάτρευε το φαγητό και στις μπουκιές του
φόρτωνε όλα όσα λείπανε, σταθερά άσχετος
με όλους κι όλα, διάβαζε με πάθος τ' ατυχήματα
και τους θανάτους στην πισώφυλλο της
ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗΣ του, δάκρυζε συνέχεια
χωρίς κλάμα και συγκίνηση και τα κάτασπρα
μαντήλια του με τις κεντητές μπορντούρες
ανέμιζαν στις μέρες του δίνοντας αλλόκοτη
και παλιοκαιρινή αρχοντιά...

                                                                  Ρ.Κ.

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Αύγουστος αθαλάσσωτος δίχως άμμο στα δάχτυλα,
Αύγουστος με νεφελώδη σελήνη, Αύγουστος με λίγα
τα λόγια του, με πολλή τη σιωπή, με αδέξια μοναχικότητα,
ήσυχη κι όπως θέλει, Αύγουστος καινούργιος,
που δεν έχει τίποτα, τίποτα των άλλων, των πολλών,

Αύγουστος με την απραξία θεό, Αύγουστος που απλά ζει,
αχαρακτήριστος, που δεν παίζει διακοπές και μπάνια
και κάνει ότι γουστάρει, ολοκαίνουργιος Αύγουστος,
χωρίς εμμονές και προγράμματα, μικροαστιλίκια
και ξεπατικωτούρες, Αύγουστος άρχοντας σιωπηλός και
απλά και μόνο ο όγδοος μήνας από τους δώδεκα,

τυφλοσούρτι μαθημένο κι αυτό, Αύγουστος λεβέντης,
γράφει την ιστορία του αποφεύγοντας τα χνάρια μπρος του
και χαράζοντας πορεία μοναδική του.
                                                        

                                                              Ρ.Κ.