Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

ΖΙΖΑΝΙΑ















Ανία βράδυ βροχερό με σπίτι έρημο
άφωνο και θαμπό που περιμένει
τ’ ανεκπλήρωτα και τ' ανόρεχτα
ενώ σιωπή μεγαλόπρεπη κι άγια
το ποτίζει ανάμεσα  σε μυστικούς
ψιθυρισμούς-ζιζάνια  που χαλνούν
αποφάσεις κι αξιοπρέπεια
αφήνοντάς μας στο χώμα χαμένους
παίκτες μαλθακούς
με τις παρτίδες χαμένες.


                              Ρ.Κ.

ΛΑΘΡΑΙΑ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ















Χρόνια παιδικά, κουφωτά παράθυρα
μυρωδιά παρκετίνης και φλιτ,
μεσημεριάτικοι ύπνοι ψεύτικοι,
χρόνος που σέρνεται ζητώντας
δικαίωση, νύχια δαγκωμένα και κάλοι
στον παράμεσο από σκληρό μολύβι,
πατέρας ήσυχος, λιγομίλητος με
βλέμμα γεμάτο λόγια, δεν τον χαρήκαμε
κι αργά πολύ τον πενθήσαμε, ενώ η
μάνα, γερνάει αδέξια κι αδικαίωτη
μας βάζει ακόμα δύσκολα σε δικό της
‘ταν  ή επί τας’, κλείνει σπίτια  και
ληστεύει απ’ την αρχή,
με το
θράσος νόμου φυσικού, χρόνια παιδικά
κι ορφανή ενηλικίωση, μαγκούφα
άκληρη και λαθραία.
                    
                             Ρ.Κ.

ΜΗ ΕΙΣΕΝΕΓΚΕΙΣ ΗΜΑΣ ΕΙΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΝ
















Λύπη παχιά και μαλακή σαν γρασίδι,
από άκρη σ΄άκρη απλωμένη στις μέρες
και τις νύχτες μας, περήφανη κι αδιάλλακτη,
από την πρώτη την ανάσα μαζί σου,
την πότισες, την τάισες, την ανάστησες
χρόνια, φίδι στον κόρφο σου, την έμαθες
παραλλαγή και την έντυσες φόβο κι όπλα,
κουβέντες σκληρές, βλέμματα μοχθηρά και
μαύρα ληστή-ζητιάνου και βασιλιά-
λύπη-κακούργημα,
"ρύσαι ημας από του πονηρού".

                                                    
                                              Ρ.Κ.

ΥΠΝΟ ΜΑΚΑΡΙΟ















Σκέψεις άγρια άλογα,
δεν αρχίζουν δεν τελειώνουν,
προσκυνάνε την ανησυχία,
τον πανικό, σπέρνουν αρρώστια
και θάνατο, προσποιούνται
σοβαρότητα κι ανόητα πρέπει,
τυφλές και ψεύτρες καλπάζοντας
φτιάχνουν ανάγκες πλαστές κι
ανυποχώρητες σε βωμούς εγώ
που δεν έμαθε μισό αιώνα τώρα
να δέχεται, ν' αλλάζει, να πιστεύει,
ν' αγαπά, να σηκώνει τα βάρη
των μυστικών του αποφάσεων 
κι ως τα μάτια να κλείσει θα
φταίνε οι άλλοι και τα παράπονα
θάχουν τελειώσει με της Πεντάμορφης
τον φράχτη τον αγκαθωτό,
υψωμένο έργο ζωής, να του χαρίζει
για χρόνια, ύπνο μακάριο κι ακριβό,
κλείνοντας την αγάπη απέξω.

                                     Ρ.Κ.

ΕΝΟΧΗ















Ενοχή νάρκισσος δεν γονατίζεις,
δεν παραδίνεσαι, αγαπιέσαι
με λύπη παράφορη και
συναρπαστική, υπόδουλη
σ' ένα Εγώ γίγαντα που
φτιάχνει Θεό υπηρέτη
και χάνει ψυχή σε απόνερα
δικαιωμάτων, ενώ το Θέλω,
όρνεο ν' αρπάξει, φέρνει κύκλους
σκιάζοντας τον καχεκτικό σου
ουρανό, με ξεχασμένη την υπακοή
και ματαιόδοξη την απελπισία του.


Ρ.Κ. 

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΙΚΡΟΣ















Το φως άρρωστο
οι μουσικές παράταιρες
δωμάτια έλη απομόνωσης
ύπνος φασαριόζικος,
δεν ξεκουράζεται ποτέ,
παραφυλάει τη ζωή
τη γυμνώνει από τη χάρη της
στο χώμα την αφήνει να
γυρεύει αποφάγια τ' ουρανού
κι ούτε την καταδέχεται
ψηλομύτης κι απόμερος,
χτίζει θάνατο μικρό
με ακατανόητα όνειρα
και δύσκολα ξημερώματα.

Ρ.Κ.

ΕΠΙΤΥΧΩΣ
























Η νεροποντή τους έφερε στο τραπέζι
παρέα με κόκκινο κρασί κι ευγνωμοσύνη,
συζητώντας μέχρι την γλυκειά ζαλάδα, 
με τον φόβο των αστραπών παραχωμένο
πίσω πίσω στην πλάτη, σε θέση φτερού, 
όσο τρεμόπαιζαν τα φώτα στα τζάμια
και το νερό με κρυάδα θανάτου ερήμωνε
την καρδιά και μάσαγε τα λόγια, μα 
η πλάτη ριγώντας επέμενε στητή και
σε μυστική συνεννόηση  εξόριζε από
τα λόγια το κυριακάτικο βράδι, 
παιδιόθεν μισητό κι άχαρο, παίζοντας
τον ενήλικα σε αποθεραπεία, επιτυχώς.


Ρ.Κ.

Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

ΔΑΚΡΥΑ














Δάκρυα πουλημένα κι ακατανόητα
θαρραλέα κι απόκοτα, ξεχύνονται
άκαιρα και πλημμυρίζουν τα περάσματα
και τ' αναχώματα, ψάχνοντας το
δίκιο τους σ΄ακατάλληλους καιρούς,
σιωπηλά και κρυμμένα πίσω από
γιάλινα βλέμματα, με λύπη γελαστή
και τα χέρια εχθρούς, κρουνοί του
μυστηριακού ασύνειδου δηλώνουν
τ' αδήλωτα, τα μουγγά μας και τα
ορφανά.

                                    Ρ.Κ.

ΜΙΑ ΑΠ' ΤΑ ΙΔΙΑ
















Βάρυνε η πρώτη μέρα του χρόνου που άρχιζε,
γέμισε λόγια παχιά για εκπληρώσεις, ελπίδες
που ξανάπαιρναν τον ανήφορο κι όλοι νιώθαμε
χαμένοι απ' την αρχή, σε αγώνα άνισο πικρό
κατακάθι στον λαιμό, μια απ' τα ίδια,
καταραστήκαμε τα περασμένα, ξορκίσαμε
τα άγνωστα κι ενώ τα πνίγαμε στην κούνια
τα καινούργια, ξαναφοβηθήκαμε ν΄ αλλάξουμε
διαδρομές και τεφτέρια.

                                                Ρ.Κ.

Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

ΤΑ ΡΕΣΤΑ















Ολόμονη οδήγησε τη μοίρα, 
με τη φύση τάβαλε, τις μάχες
με τις εκτελέσεις μπέρδεψε
και ταλανισμένη, την ώρα που
πεθαμένη από φόβο κατάχαμα
κειτόταν, εκεί ορθωνόταν και
συνέχιζε ξανά, με συντριβή ήρωα
που την ξανα-αγαπούσε πάλι και πάλι
και με οργή στο σώμα κρυμμένη 
να το αρρωσταίνει, επιμένοντας
ν' αγαπά τα λάθη, αποφάσεις
να μην παίρνει, τον θεό να εξορίζει, 
την ουρά της να κυνηγά,
τα ρέστα να ζητάει, τον χρόνο
να μην εμπιστεύεται.

                                                  Ρ.Κ.