ΞΑΝΑ













Στρώνει το χαλάκι της παχύ παχύ,
να ξαποστάσει, να μαλακώσουν
οι κοφτερές οι άγριες πέτρες,
ζάφτι πια, πόνεσαν τα πόδια της
μαζί με την καρδιά, τ' άπονα γκονάρια
δεν της χαρίστηκαν, επέμεναν
κοφτερά και γλοιώδη να αναγκάζουν
την περπατησιά της να λυγίζει,
να θολώνει, να παίρνει άσκοπα τις στράτες
και να ερημώνεται ολότελα ένοχη κι
ανήξερη, ώσπου πια κουράστηκε
να ψάχνει άκρες, μέσες, αρχές, αιτίες,
να τρέχει και να μη φτάνει, να σβήνει
φωτιές, ενώ οι πυρκαγιές μέσα της,
κατάκαιγαν όλα της τα θέλω.
                             Ρ.Κ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

σχολιάστε...